ρουφώ

-ηξα, -ήχτηκα, -ηγμένος, βάζω στο στόμα κάποιο υγρό ή αέριο με βαθιά εισπνοή, με κάποιον ήχο: Ρουφά τον καφέ του. – Ρουφά τον καθαρό αέρα.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ρουφώ — ρουφάω / ρουφώ, ρούφηξα βλ. πίν. 66 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ρουφώ — [руфо] р. глотать, проглатывать, пратягивать, посасывать, хлебать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ροφώ — ῥοφῶ, άω και έω, ΝΜΑ, και ρουφῶ Ν και ῥοφῶ και ῥοφάνω και ῥυφάνω και ῥυμφάνω και ιων. τ. ῥυφῶ, έω, Α 1. καταπίνω υγρό με βαθιά εισπνοή, με θορυβώδη τρόπο, με λαιμαργία (α. «μη ρουφάς έτσι τον καφέ» β. «τὴν φακῆν ῥοφήσομαι», Αριστοφ.) 2. αδειάζω… …   Dictionary of Greek

  • αναμυζώ — ( άω) απομυζώ, ρουφώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανα * + μυζώ «ρουφώ». ΠΑΡ. αναμύζηση, αναμυζητικός. Η λ. μαρτυρείται από το 1812 στον διδάσκαλο τού Γένους Κωνσταντίνο Κούμα] …   Dictionary of Greek

  • επιρροφώ — ἐπιρροφῶ και ιων. τ. ἐπιρρυφῶ, έω (AM) [ροφώ] ρουφώ, πίνω κάτι επί πλέον ή κατόπιν («πολλάκις ἐπιρροφοῡντα τοῡ ὕδατος», Πλούτ.) αρχ. ρουφώ άπληστα …   Dictionary of Greek

  • λάπτω — και λάφτω (Α λάπτω) πίνω νερό με τη γλώσσα («λάψοντες γλώσσῃσιν... μέλαν ὕδωρ», Ομ. Ιλ.) αρχ. 1. πίνω με απληστία, ρουφώ («αἷμα λέλαφας», Αριστοφ. 2. μέσ. λάπτομαι καταπίνω. [ΕΤΥΜΟΛ. Ηχομιμητικός εκφραστικός τ. που συνδέεται με άλλους ΙΕ (πρβλ.… …   Dictionary of Greek

  • μυζώ — άω (ΑΜ μυζῶ, Α ιων. τ. μυζέω) ρουφώ με το στόμα την υγρή ουσία που περιέχεται κάπου, βυζαίνω, πιπιλίζω («η μέλισσα μυζά τον χυμό τού άνθους»). [ΕΤΥΜΟΛ. Ενεστ. σχηματισμένος από το θ. μυζη τού αόρ. ἐ μύζη σα τού μύζω* (II) «πιπιλίζω, ρουφώ»] …   Dictionary of Greek

  • προεκροφώ — έω, Μ ρουφώ προηγουμένως. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + ἐκροφῶ «ρουφώ εντελώς, καταπίνω»] …   Dictionary of Greek

  • συγκαταρροφώ — άω και έω, Μ ρουφώ μαζί με κάτι άλλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + καταρροφώ «καταπίνω, ρουφώ»] …   Dictionary of Greek

  • συνεκροφώ — έω, Α καταπίνω, ρουφώ συγχρόνως. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ἐκροφῶ «ρουφώ, καταπίνω»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.